Ο θυμός των παιδιών: ένα επικοινωνιακό μήνυμα προς τους γονείς

Ένα από τα βασικότερα θέματα που πολύ συχνά και σταθερά απασχολεί τους γονείς, τους φροντιστές και τους εκπαιδευτικούς είναι ο θυμός των παιδιών. Ο θυμός είναι ένα έντονο, κυριαρχικό, μεγάλης ζωτικότητας και απόλυτα φυσιολογικό συναίσθημα που όλοι οι άνθρωποι βιώνουν ανεξαρτήτως ηλικίας. Παράλληλα, ο θυμός δεν αποτελεί το πρωταρχικό συναίσθημα που κάποιος βιώνει σε μια κατάσταση, αλλά την άναρχη εκτόνωση άλλων συσσωρευμένων συγκινήσεων και αισθημάτων που ανάλογα με τις περιστάσεις ονομάζονται θλίψη, πόνος, φόβος, ζήλεια, ματαίωση, απογοήτευση, ανασφάλεια, αδικία, άγχος, παραβίαση προσωπικού χώρου, απόρριψη κλπ.

Συνήθως, η εκτόνωση και η αποσυμπίεση του θυμού επέρχεται με τρόπους επώδυνους και καταστροφικούς, επηρεάζει τους σημαντικούς άλλους, το περιβάλλον του ατόμου αλλά και τον ίδιο τον εαυτό απορροφώντας τεράστια αποθέματα ψυχικής ενέργειας, αποθέματα που θα μπορούσαν να επενδυθούν αλλιώς, σε πιο δημιουργικές διεξόδους. Ωστόσο, ο θυμός είναι και θα παραμένει ένα σπουδαίο μονοπάτι που καλείται κάποιος να διανύσει, ένα δικό του, όλο δικό του συναίσθημα που εμπεριέχει την ιστορία, τις σκέψεις τις συγκινήσεις και τα πληγώματά του. Η μεγαλύτερη πρόκληση του παιδικού θυμού που οι ενήλικες έχουν να διαχειριστούν είναι να τον επιτρέψουν, να τον ακούσουν, να αποκωδικοποιήσουν τα μηνύματα που φέρει, να δώσουν κράτημα και να στηρίξουν τα παιδιά στη διαχείρισή του.

Το άρθρο αυτό αποτελεί μια πρόσκληση προς όσους σημαντικούς ενήλικες εμπλέκονται στη ζωή του παιδιού, να δουν τον θυμό του σαν ένα επικοινωνιακό μήνυμα που κάτι θέλει να πει για εκείνο, για εκείνους, για τη σχέση τους. Αν το καταφέρουν αυτό, τότε ο θυμός θα μπορέσει να γίνει μια σπουδαία πυξίδα που θα δείξει το δρόμο για τη δράση τους, μια άγκυρα υπόμνησης πουκάθε φορά που ο θυμός εμφανίζεται θα τους θυμίζει όλα όσα χρειάζεται να δουλέψουν μαζί για να έχουν τη σχέση που τους αξίζει.

Είναι σημαντικό να αναγνωριστεί πως πάντα υπάρχουν λόγοι που κάποιος θυμώνει, ακόμα και αν αυτοί δεν γίνονται άμεσα αντιληπτοί. Συνήθως, ο θυμός του παιδιού ενεργοποιεί τον θυμό των ενηλίκων και ο θυμός είναι ένα τόσο επιδραστικό συναίσθημα που δεν τους αφήνει να δουν καθαρά. Όμως είναι και αρκετά επίμονος και αν δεν μεταφέρει το μήνυμά του, θα συνεχίζει να εμφανίζεται σε κάθε αφορμή που τον πυροδοτεί, σε καθετί που ξύνει την πληγή του και αυτό θα κοστίζει στο παιδί, στους γονείς, στη σχέση.

Αν λοιπόν, ο θυμός του παιδιού είχε φωνή ίσως έλεγε στους γονείς για κάποια ανάγκη του που χρειάζεται να καλύψουν. Πιο αναλυτικά, ένα παιδί μπορεί να θυμώνει γιατί πεινάει ή νυστάζει και θέλει να το φροντίσουν. Μπορεί να λαχταρά την προσοχή των γονιών γιατί του λείπουν μέσα στην μέρα, όλοι απορροφημένοι με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας. Μπορεί να θέλει την αποδοχή τους, να θέλει να δοκιμάσει αν θα είναι εκεί για να αντέξουν έναν «κακό» βαθμό ή οποιαδήποτε χαμηλή απόδοση μπορεί να έχει. Μπορεί να θέλει να αναγνωρίσουν κάτι που κατάφερε και μέσα στα τόσα που τους βομβαρδίζουν καθημερινά, το προσπέρασαν χωρίς να δώσουν σημασία, χωρίς να πουν: «Μπράβο παιδί μου! Είναι υπέροχο αυτό που κατάφερες, είμαστε περήφανοι για σένα!», ενώ λίγο πριν μπορεί να έκαναν θέμα το πόσο έχει χαλάσει τα γράμματα του τον τελευταίο καιρό ή τις πολλές ώρες που περνά μπροστά σε μια οθόνη. Μπορεί να αποτελεί μια προσπάθεια οριοθέτησης προς τους γονείς, μια δική του επιθυμία για αυτονόμηση και ανάπτυξη. Τέλος, μπορεί προβάλλει μια επιθυμία του παιδιού για σύνδεση, μια ανάγκη του να χτίσουν μαζί έναν χώρο όπου ανέκφραστα συναισθήματα, σκέψεις, επιθυμίες μπορούν να χωρέσουν.

Επιπροσθέτως, ο θυμός του παιδιού μπορεί να φωνάζει κάτι για τους γονείς, για τα ζητήματα στο γονεϊκό ζευγάρι, για την αποσύνδεση, την απομάκρυνση ή τη σύγκρουση που μπορεί να βιώνει. Με άλλα λόγια, ο παιδικός θυμός να λειτουργεί ως το σύμπτωμα για τη δική τους σχέση που νοσεί. Παράλληλα, μπορεί να αντανακλά έναν θυμό των γονιών, ακόμα και αν αυτός δεν έχει εκφραστεί. Άλλωστε, τα παιδιά έχουν την ικανότητα να απορροφούν τα συναισθήματα των γονέων και να συντονίζονται με αυτά. Μπορεί να φωτίζει την πίεση, την κούραση, το άγχος, την θλίψη τους σε μια προσπάθεια να τους προσκαλέσει να βρουν ξανά τα πατήματά τους στον γονεϊκό ρόλο. Σαν ένας συναγερμός που θέλει να τους αφυπνίσει και να τους συντονίσει ξανά στη γονεϊκή συχνότητα φωνάζοντας: «Ακούστε με, σας χρειάζομαι». Είναι χρήσιμο να θυμάται κανείς πως τα παιδιά δεν θέλουν «τέλειους», παντοδύναμους γονείς που τα καταφέρνουν σε όλα, πάντα και με την πρώτη. Ωστόσο, έχουν σίγουρα ανάγκη για γονείς χαρούμενους, φροντισμένους και συνεννοημένους μεταξύ τους ακόμα και αν δεν μοιράζονται πια την συντροφική τους ζωή.

Τέλος, ο θυμός του παιδιού μπορεί να φωνάζει κάτι που συμβαίνει σε κάποιο άλλο πλαίσιο, για παράδειγμα μια πίεση που μπορεί να βιώνει από τις πολλές απαιτήσεις του σχολείου, ένα άγχος για τα μαθήματα και το πώς ανταποκρίνεται σε αυτά. Μια κοινωνική του δυσκολία, θέματα που μπορεί να αντιμετωπίζει σε φιλικές του σχέσεις, ζητήματα οριοθέτησης απέναντι στον φίλο ή ακόμα και διεκδίκησης αυτού που το ίδιο επιθυμεί. Μπορεί να αποτελεί ένδειξη άγχους ή έντονου φόβου για κάτι και χρειάζεται την υποστήριξη των γονέων για να το αναγνωρίσει, να το εκφράσει και να το επεξεργαστεί. Μπορεί να αναδεικνύει τη δυσκολία του να διαχειριστεί μια απόρριψη, μια ματαίωση, μια αδικία που υπέστη από έναν δάσκαλο ή συμμαθητή. Τέλος, μπορεί να αποτυπώνει μια αναπτυξιακή φάση ή μια ορμονική αλλαγή, όπως στην εφηβεία.

Leave a Reply

Your email address will not be published.